Κάταγμα ισχίου

Ως κάταγμα ισχίου αναφέρεται το κάταγμα του άνω τμήματος του μηριαίου οστού.

Το κάταγμα ισχίου έχει μεγάλη συχνότητα μεταξύ των ηλικιωμένων ανθρώπων και οι γυναίκες έχουν δυο φόρες μεγαλύτερη πιθανότητα να υποστούν κάταγμα ισχίου σε σχέση με τους άνδρες.

Συνήθως συμβαίνει μετά από πτώση εξ’ιδίου ύψους, ενώ παράγοντες κινδύνου είναι η οστεοπόρωση, οι νεοπλασίες άλλα και μεταβολικές παθήσεις.

Η διάγνωση τίθεται τόσο κλινικά, αδυναμία βάδισης και τυπική εικόνα έξω στροφής και βράχυνσης του πάσχοντος σκέλους, όσο και απεικονιστικά με ακτινογραφίες. Σπάνια θα χρειαστεί αξονική τομογραφία για την απεικόνιση του κατάγματος.

Οι συνηθέστεροι τύποι κατάγματος ισχίου είναι τα υποκεφαλικά ή κατάγματα του αυχένα και τα περιτροχαντήρια.

Η αντιμετώπιση του κατάγματος ισχίου είναι χειρουργική εκτός εάν δεν το επιτρέπει η γενική κατάσταση του ασθενούς. Ανάλογα με τον τύπο του κατάγματος και την ηλικία του ασθενούς επιλέγουμε και την αντίστοιχη επέμβαση. Στα υποκεφαλικά κατάγματα μπορεί να γίνει ολική αρθροπλαστική, ημιολική αρθροπλαστική και κοχλίωση με βίδες σε κάποιες περιπτώσεις, ενώ στα περιτροχαντήρια κατάγματα επιλέγεται η λύση της ήλωσης ή του δυναμικού κοχλία.

Μετεγχειρητικά γίνεται έναρξη φυσικοθεραπευτικού προγράμματος ώστε να επανέλθει ο ασθενής στην καθημερινότητα του.

Τα κατάγματα ισχίου είναι μια πολύ επικίνδυνη κατάσταση για έναν ηλικιωμένο, αυξάνοντας πολύ τη θνησιμότητα, ειδικά εάν δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα.